Ή αλλιώς πώς η ίδια η ζωή σου δείχνει ότι είσαι ανόητη! Ότι έχεις πάρει τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά και για χαλάρωσε λίγο κοπελιά!
Σε παίρνει η καθημερινότητα μαζί της. Σε αγχώνει, σε θυμώνει και καταλήγεις να μην κάνεις τίποτα άλλο, πέρα από το να είσαι θυμωμένος και αγχωμένος. Με όλους και με όλα. Η μέρα της μαρμότας, δηλαδή, απλώς με πολλά νεύρα. Ξυπνάς δύο ολόκληρα λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, γιατί αγχώθηκες μήπως και δεν το ακούσεις. Ενιότε δεν κοιμάσαι καν. Fuck! Βρέχει – νεύρα. Δεν βρέχει – πάλι νεύρα. Υποτίθεται ότι το πρόβλημα είναι που δεν ξέρεις τί να βάλεις. Όταν ο καιρός είναι συνεπής, απλώς «δεν έχεις τι να βάλεις». What the fuck? Τρέχεις στο μετρό ή πίσω από ένα λεωφορείο που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σταματήσει. Τρέχεις, αλλά έχεις και το άγχος μη χυθούν οι φακές από το τάπερ. Λες κι αν φτάσεις μισή ώρα αργότερα θα πεθάνει κάποιος πάνω στο χειρουργικό σου τραπέζι… Ακόμα να πάρεις το δίπλωμα! Αλήθεια, αν πάρεις το δίπλωμα από πού θα κόψεις για να πληρώνεις τη βενζίνη; Φτάνεις στο γραφείο. Ανοίγεις τον υπολογιστή. Μπαίνεις gmail πρώτα και μετά facebook. Κάνεις chat, γκρινιάζεις που έχεις δουλειά ή που βαριέσαι, γιατί δεν έχεις δουλειά. Η ψευδαίσθηση ότι έχεις μια κάποια επαφή με τους δικούς σου ανρθώπους. Έμαθε να μπαίνει και η μαμά στο gmail για να σου λέει «σ’αγαπώ», αφού δεν σηκώνεις ποτέ το τηλέφωνο. Είσαι μόνιμα σε meeting. Ψάχνεις ΤΟ concept, ψάχνεις ένα viral που να είναι consistent με την καμπάνια και να κάνει τεράστιο buzz, παίρνεις brief/debrief, κάνεις traffic, μιλάς με τους decision makers του πελάτη και γενικώς είσαι πολύ busy και δεν μπορείς να το σηκώσεις τώρα που η μαμά σε παίρνει να σου πει «σ’αγαπώ» ή να σε ρωτήσει «τί έφαγες;». Φτάνεις σπίτι αργά. Πρέπει να απλώσεις το πλυντήριο με τα μαύρα, να βάλεις ένα ακόμα με τα χρωματιστά και να μην ξεχάσεις να βγάλεις από την κατάψυξη το τάπερ για αύριο. Σε παίρνει η Ελένη, αλλά είσαι dead και μιλάτε λίγο. Ξαπλώνεις. Να σηκωθείς ένα τέταρτο πιο νωρίς αύριο, να πας να πληρώσεις τη ΔΕΗ! Αμάν! Την καμπαρτνίνα! Την έχεις ξεχάσει στο καθαριστήριο από την προηγούμενη βδομάδα! Τί θα βάλεις πάλι αύριο…
Πέμπτη απόγευμα.
Δεν πλήρωσες το τηλέφωνο. Που σημαίνει δεν έχεις internet σπίτι. Νιώθεις μόνη. Αποκομμένη. Είσαι μόνη βασικά, γιατί κάποιος σε άφησε. Σε απλά ελληνικά, όχι log out! Αλλά δεν θέλεις να το σκεφτείς τώρα.
Τηλέφωνο.
Κάποιος δικός σου έχασε κάποιον δικό του. OMG! Shut down κανονικά…
Παρασκευή πρωί στην κηδεία.
Όλα μαύρα. Σε έχει πιάσει αυτό το ματαιότης ματαιοτήτων, από κάτι που υποτίθεται ότι είναι το δεδομένο, το αυτονόητο! Που ξέρεις ότι συμβαίνει. Και έχεις τύψεις τώρα, που δεν σήκωνες το τηλέφωνο στη μαμά, που δεν μίλησες παραπάνω στην Ελένη, που δεν τους πήρες όλους εκείνη τη φορά που τους σκέφτηκες. Έχουν σκάσει όλα σου τα προβλήματα μπροστά και δεν κουνιούνται. Ερωτικά, οικονομικά, επαγγελματικά… Κοιτάς την ώρα και υπολογίζεις πότε θα είσαι γραφείο. Μέχρι τί ώρα μπορείς να στεναχωρεθείς; Γιατί πρέπει το αργότερο στις δύο να είσαι πίσω. Έχεις μία λίστα με mail που πρέπει να γίνουν asap και το βράδυ έχεις κανονίσει με τον εαυτό σου – είναι η μόνη μέρα και ώρα που μπορείς να μην είσαι καλά, για το “τί άφησες να γίνει στη ζωή σου τα τελευταία δύο χρόνια”. Σύνολο: ακόμα 20 λεπτά πένθους.
Παρασκευή απόγευμα στον δρόμο.
Αλλαζεις το ένα μεταφορικό μέσο μετά το άλλο. Μέσα σου κλαις. Έξω σου δεν χαμογελάς σε κανέναν. Δεν κοιτάς καν τους περαστικούς. Χτυπάει κινητό. Μία από τις κολλητές σου. Πού είσαι όλη μέρα; Σε ψάχνει από το πρωί! Είχες deadline ρε! Τι; ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ! Πήγανε, λέει, το πρωί στο δημαρχείο, το κάνανε έτσι απλά και τώρα τους παίρνουν όλους να ανακοινώσουν την έκπληξη. Ήθελε να είσαι η πρώτη που θα το ακούσεις. Κι εσύ καθόσουν και μοιρολατρούσες σε greeklish!
Παντρεύτηκαν! Η Νάνσυ και ο Δημήτρης παντρεύτηκαν. Ναι ρε θα γινόταν, δεν είναι αυτό το θέμα. Είναι αυτή η πραγματική χαρά, η ειλικρινής ευτυχία που σε πλυμμηρίζει ξαφνικά και δεν υπάρχει τίποτα και σε καμία γλώσσα να μπορεί να τη σταματήσει ή έστω να τη μειώσει. Από το δεδομένο, το αυτονόητο! Που ενώ ήξερες ότι θα συμβεί, αυτή τη στιγμή είσαι μέσα στο ταξί και κλαις. Απ’ έξω σου, χωρίς να προσπαθείς καν να το ελέγξεις! Σε κοιτάει ο οδηγός από το καθρεφτάκι. Έχεις χάσει τις λέξεις σου και δεν ξέρεις πώς να εκφράσεις τη χαρά και την έκπληξη. Τώρα τίποτα δεν έχει σημασία. Τώρα σκέφτεσαι που ήσουνα το πρωί και τί άκουσες μόλις. Μόνο αυτά τα δύο έχουν σημασία. Τώρα συνειδητοποιείς πως προχωράει η ζωή κι εσύ μένεις στάσιμη μέσα σε αγγλικές συντομογραφίες. Πόσο εύκολο είναι να είσαι λίγο πιο αισιόδοξος. Να τα δεις όλα λίγο αλλιώς. Πως εκεί που πίστευες ότι τίποτα δεν μπορεί να πάει καλά, διαπιστώνεις ότι έκανες μέγα λάθος! Εκεί που έλεγες ότι δεν υπάρχει αυθορμητισμός/ ρομαντισμός/ έρωτας/ αγάπη/ διάρκεια και είχες γίνει ο πιο κυνικός εαυτός σου, κάτι που περίμενες ότι θα συμβεί, όταν ήρθε, ξύπνησε μέσα σου όσα είχες ξεχάσει. Δεν είναι τόσο ο γάμος, που ούτως ή άλλως δεν σου έλεγε ποτέ και πολλά, είναι η κίνηση. Η απόφαση. Που σε έπιασε από τους ώμους και σε κούνησε. Που σου θύμισε. Τί άνθρωπος ήσουν πριν από όλα αυτά. Τί πίστευες, τί ήλπιζες, τί ονειρευόσουνα. Σκάνε μπροστά σου εικόνες. Όταν γνώρισες τον Δημήτρη στην πίσω αυλή του Γιώργου. 2α γυμνασίου. Όταν χόρευες με τη Νάνσυ στην πενταήμερη. Όταν γνωρίστηκαν μεταξύ τους στην 3η λυκείου, αλλά καθυστερούσαν να δούνε ότι είναι ο ένας για τον άλλον. Όταν η Νάνσυ σε έπιασε στην τουαλέτα εκείνον τον Φλεβάρη του πρώτου έτους και σου είπε ότι είναι επιτέλους μαζί. Όταν τους φιλοξενούσες στο δωμάτιό σου στα Γιάννενα, όταν τους περίμενες να έρθουν Αθήνα και να τους μάθεις τα simply burgers, όταν ζήσατε μαζί κοντά δέκα χρόνια! Μετά πώς έγινε δεδομένο και αυτονόητο ότι θα είναι για πάντα μαζί; Πώς ξέχασες να χαίρεσαι που οι φίλοι σου είναι ακόμα καλά; Πώς πίστεψες ότι δεν θέλεις ποτέ να ξανακάνεις σχέση, ότι δεν θα εμπιστευτείς ποτέ στη ζωή σου άνθρωπο και δεν θα αφήσεις ποτέ τον εαυτό σου να ξανανίωσει πράγματα; Πώς αφέθηκες να νιώσεις μόνη; Η Νάνσυ γελάει από την άλλη μεριά της γραμμής. Κι έτσι απλά και ξαφνικά, από κάτι τόσο φυσιολογικό, είσαι γεμάτη και έτοιμη. Επειδή ακούς τη Νάνσυ να γελάει και τον Δημήτρη να αστειεύται για τη βέρα του. Ίσως είναι εγωιστικό. Γυρνάμε οι άνθρωποι ακόμα και τη χαρά των άλλων στον εαυτό μας. Αλλά έστω κι έτσι, εσύ ξύπνησες!
Φτάνεις σπίτι. Κλαις ακόμα. Κλαις που πιέστηκες στη δουλειά απ’ το τίποτα και δεν δούλεψε το μυαλό σου όπως θα ήθελες, κλαις που το πρωί οι δικοί σου άνθρωποι δεν ήταν καλά, κλαις που δεν το σήκωσες με την πρώτη όταν σε πήρε η Νάνσυ και άργησες να το μάθεις, κλαις που μέσα στη βιασύνη και την πίεση μίλησες άσχημα στην Ντίνα, κλαις που τα τελευταία δύο χρόνια εστιάζεις στο δέντρο και χάνεις το δάσος, που έδωσες αξία σε όσα και όσους δεν άξιζαν. Υπόσχεσαι ότι δεν θα το ξανακάνεις. Σου ανοίγει η Ντίνα. Κοιμάται μέσα ο Νίκος, λέει. Ο Γιώργος έχει κλείσει τραπέζι στο Αθηνών Αρένα. Ούτε να το ‘ξερε! Σήμερα έχετε ούτως ή άλλως γλέντι τρικούβερτο! Κάθεσαι στον καναπέ. Πόσες διακυμάνσεις χωράνε μέσα στην ίδια Παρασκευή;
Δεν θα το ξανακάνεις ποτέ!